Παραλήρημα εσωτερικού μονόλογου

Βίος και Πολιτεία στων Ποιητών το δρόμο (για τον προσεταιρισμό μαγικού ρεαλισμού λέξεων)

Λοιπόν αυτός που γύρευα είμαι:
θαμώνας σε στίχων λυρικά ηλιοστάσια
απ’ το ένα στο άλλο Ποίημα περιδιαβάζοντας
ριπές μονοσύλλαβης ερημίας
δολώνω μ’ άδειους στίχους αγκίστρια SMS
μήπως και πιάσω μεστή τη διάθεσή σου για ονειροπολήσεις…
Είπαμε, όσα δε φτάνει η αλεπού
τα κάνει λυρισμό και ωραία λόγια


Ποιητής με μύτη Σιρανό  και πρόσωπο χασάπικο σαράντα στην αγκαλιά μάγισσας νύχτας  που φέρνει στα κλαδιά της Ποιήματα λωτοφάγα… Γιατί ήθελε να ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά τις λέξεις «που ενθάρρυναν τα πράγματα  ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν»…



απ’ τα λόγια των Ποιητών φτάνεις πιο εύκολα
στον κήπο με τις αυταπάτες Οδυσσέα Ελύτη
κι απ’ το κορίτσι που αγαπάς
μηδέν εις το πηλίκο υψικαμίνου σώματος
στίλβοντος Ανδρέα Εμπειρίκου,
χρυσή ανταύγεια ονείρου στα μαλλιά
σφαγμένης ερώτησης Έκτορα Κακναβάτου που δε λέει να σωπάσει 
κι εύφλεκτο εγώ που ατένιζε μάννα εξ ουρανού Μίλτου Σαχτούρη
έως ότου ο κόλπος όλος ερευνηθεί
και μηδίσει το σγουρό εφηβαίο αείφυλλων γυναικών-
Έτσι, με σπασμένες αρτιότητες του Μέσα βίου Έξω
Μεταφερθήκαμε Παραπλεύρως Χλόης Θερμοκηπίου
ερήμην τελευταίου σώματος Κικής Δημουλά-
ψυχή μου διάτρητη, κύμβαλο άλλοθι στη ρότα άσφαιρου τοπίου,
«παλίντονος αρμονίη» Νάνου Βαλαωρίτη
σχέδια για το μέλλον του ουρανού Νίκου Καρούζου 
για την ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΗ ΤΡΕΛΗ ΡΟΔΙΑ  WWW.ποίηση το μοναδικό πράγμα στον κόσμο που έχει αιτία.gr/Γιώργος Χειμωνάς@ επινοημένες σαρανταποδαρούσες λέξεις σαν έτοιμες από ουρλιαχτό.com/Νίκος Εγγονόπουλος…
                
Εδώ όμως «ξαστοχούν γλυκά τον εαυτό τους»
μικρές «χοηφόρες μεταφορές»,
scrabble νοημάτων μονόλογων, 
περίακτοι συμβολισμοί οδοφράγματος σιωπής
που ονειρεύονται την ηχώ της μοναξιάς τους, 
ένας στίχος που είναι να βγει…
απλή σκέψη του λέγοντος όνειρα του μη πραγματικού, ροδόσταμο λάλον ύδωρ γενικής διαιρετικής
ετερόπτωτων πόθων Ποίησης
που εξοστρακίζει λίμπιντο και, τελικά, 
μια πολιτεία πασχαλίτσες
διψώντας την υπέρτατη γενίκευση της δυνατής κραυγής της,
που «Πάντα Ρει»  στη στύση των Ονείρων
επιούσιας ομοιοκαταληξίας με δούρειο χρησμό-
Λαιστρυγόνες Κύκλωπες δηλαδή, που κουβανώ on line στο P.C μου,
δοκιμές νάρκης στην εικονολογία  ΑΚΡΟΝ ΑΩΤΟΝΥ ΣΙΩΠΗΣ ΙΩΒΗΛΑΙΟΥ 
«που κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή της μοναξιάς».



Να κρυβόμαστε  πίσω απ’ το δάχτυλο ανάρπαστων λέξεων: «σηκώνεις το φουστάνι ως τους μηρούς των υποσχέσεων» (Σωκράτης Ξένος)  

Επιούσια απολογία άβατων στίχων με υπότιτλους αγαπημένες ποιητικές αποστροφές, ποιήματα δηλαδή που μηρυκάζουν άλλα ποιήματα, στιχάκια αλληλέγγυα στην ποιητική τους αναδίπλωση…  «να κρούουν σήμαντρα σαν αναστεναγμό επιθυμίας»



 «…. μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε με τα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
εκεί όπου δεν έχει σημασία αν γυρίζεις ή αν φεύγεις
γιατί μετράει η ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα των φτερών του έρωτα...
και η πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι που ’ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων...

Άφησέ με...»  (από τη ΣΟΝΑΤΑ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ του Γ. Ρίτσου)

ΠΑΡΟΔΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΜΟΝΟΛΟΓΟΥ («σκαρφαλώνεις στο φεγγίτη του Ποιήματος κι ανασαίνεις την πιο σκοτεινή του Επιθυμία (Γιάννης Τόλιας)
Παλεύουμε στα πράγματα αυτά
καθημερινές έγνοιες, φιλόμαχες τριβές
να βρούμε μιαν αλληλουχία
τραβάμε, ξελύνουμε, κόβουμε
κάπου θα φτάσουμε έτσι κομματιάζοντας
μια καινούργια πρωτοφανέρωτη ρωγμή
ν’ αγγίξουμε με τα δάχτυλα στα τυφλά

είναι όμως κάτι πράγματα
με πείσμα ανεμοστρόβιλου
που μένουν στάσιμα στο παραλήρημά τους
γιατί με το γύρισμα του χρόνου
μια τυχόν αλλαγή
σημαίνει θάνατο
στην επαγγελία του νόστου (απόσπασμα από την 33η Χρυσηίδα Ρέμβης Τάσου Κάρτα)


Λάθε βιώσας! Ποιος ζει ποιος ονειρεύεται… (με ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ντυμένο γαλάζιες αποχρώσεις ΣΟΝΑΤΑΣ ΤΟΥ ΣΕΛΗΟΦΩΤΟΣ Γιάννη Ρίτσου)
Αυτή η οδυνηρή απομυθοποίηση...
Όταν βγάζεις μία -μία τις μάσκες των λέξεων,
πώς επιστρέφει η μιζέρια της καθημερινότητας σαν
«ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα»
ή σαν ένα
«πιάνο, όπου ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του λησμονημένα λόγια» 
Τι προσγείωση η καθημερινότητα
να παίρνει τη θέση της μαγείας που το θαυματουργό φεγγάρι της ποίησης τη στίλβωσε για λίγο και μας έκανε να νιώθουμε (πίσω από τις λέξεις πάλι)
«λευκοί κι απρόσιτοι...
ν’ ανυψωνόμαστε σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων»... 
«Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;»
ρωτάει ο ποιητής...
Ποιος θ’ αντέξει σ’ αυτή τη διελκυστίνδα;
Πόσα από τα καθημερινά μας μπορούμε να κρύψουμε πίσω από το λυρισμό αγαπημένων ποιητών;
«Κι η αρκούδα σηκώνεται πάλι
και πορεύεται υπακούοντας στο λουρί της, στα δόντια της, χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη της στις πενταροδεκάρες
που της ρίχνουνε τα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά»


ΠΑΡΑΒΑΣΗ in MEDAS res
η αποστροφή από την 11η Χρυσηίδα Ρέμβης:
«Μας χωρίζουν άμαχες λέξεις,
εκατομμύρια έτη φωτός»
λέξεις με ειρμό ή και χωρίς
πρόσχημα για κάτι άλλο που θέλω να πω
αλλά δεν βρίσκω τα λόγια…

Γιατί βέβαια μόλις κλείσει κι αυτό το σημείωμα,
κλείνουνε και
«οι τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού».
Και ο εξαίσιος, ωραίος, ανάλαφρος ίλιγγος
«βαθύ-βαθύ το πέσιμο
βαθύ-βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του
βαθιά- βαθιά η ευεργεσία της σιωπής….»

ΑΝΑΒΑΛΛΕΤΑΙ από το βάρος της καθημερινής σπατάλης στα τετριμμένα

 «Έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες…
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν’ ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν οι σωλήνες του νερού»

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ πρώτο και έσχατο μαζί (να δούμε τι δόση κατάθλιψης έχω ν’ αντιτάξω)
Τρομάζω μπροστά στις δύο παράλληλες ζωές.
Γιατί έχει τη δική της αλήθεια και η δεύτερη ζωή,
η παράλληλη με αυτή τη γνωστή και συνηθισμένη,
η καλά κρυμμένη στα δύσβατα μονοπάτια των λέξεων...

Συνήθως περιμένω να έρθει το πρωί,
γιατί σε μένα κάπου εκεί τα ξημερώματα,
όταν όλα γύρω ησυχάζουν ή τα πλακώνει το βουβό σκοτάδι,  αρχίζει η περιπλάνηση στο παραμύθι των λέξεων.

Είναι μαγεία να μπορείς
να κλείνεσαι μέσα σε εικόνες λέξεων
και με αυτό τον τρόπο να ξεφεύγεις
από το βάρος της καθημερινής σπατάλης στα τετριμμένα.
Άλλοτε όμως (και πιο συχνά)
η διαφυγή αυτή είναι ένα κακό υποκατάστατο
που κάνει για λίγο
«να μη νιώθεται
η πληγή από το φριχτό μαχαίρι του χρόνου» (Καβάφης).  
Η φθορά του χρόνου όμως δεν είναι λέξεις να παίξεις
σχεδιάζοντας τα επόμενα ανεπάντεχα σχήματα λόγου.

 «στιγμές με τη λάμψη της αστραπής
αιώνες με τη σφοδρότητα της καταιγίδας
με υποτάσσει η πεμπτουσία των ανατροπών,
με διαπερνάει σειρήνα πτερόεσσα
«Φαντασίας και Λόγου»
(από την 11η Χρυσηίδα Ρέμβης και πάλι)


Ερήμην της ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ, καθώς για πολλοστή φορά απολαμβάνω στην «προφύλαξη οθόνης» του PC μου τον υγρό και ερωτιάρη βοριά να ρίχνει βοτσαλάκια-λέξεις στη μαγευτική του ηλιοβασιλέματος λίμνη



μια ασήμαντη μικρή στιγμή παρελθούσα ανεπιστρεπτί  και που, όπως, όλα τα άλλα γύρω της μοιάζει φευγαλέα σκιά:  τη μαρμαρώνω με την ποίηση και την κοιτώ με τη σιγουριά και την ασφάλεια της απόστασης Με τη νοσταλγία και τη θλίψη που έχεις όταν ξέρεις ότι  δεν μπορείς να κρατήσεις για πολύ στο χέρι σου  ό,τι το θέλεις τόσο πολύ.  Με την αίσθηση του ανικανοποίητου, γιατί ξέρεις ότι σε λίγο θα «ξυπνήσεις» κι όλα αυτά που τα νιώθεις τόσο κοντά, δεν είναι εκεί.  Έχουν περάσει τόσο αμετάκλητα που νιώθεις ότι μπορεί και να μην υπήρξαν στην πραγματικότητα, πως η ανάμνησή τους είναι ένας αντικατοπτρισμός, μια όαση φτιαγμένη με υλικά του τόσο ανήσυχου πάντα πνεύματος  (που σ’ αντίθεση με σένα αυτό δεν γερνάει…).

«Οι λέξεις φταίνε!  Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν» (Κική Δημουλά)
Γιατί αν έπρεπε να χρησιμοποιήσω οπωσδήποτε μια λέξη για να ορίσω αυτό το «ασώματο πρόσωπο» που τον κάνουμε πρωταγωνιστή στην ιστορία των εικόνων μας…, θα μιλούσα για την ιδέα του έρωτα,
που συμβαίνει να υπάρχει τόσο όμορφα –είναι αλήθεια- αλλά στο νοητό κόσμο, αυτό που με τη δύναμη της ποιητικής μας φαντασίας φτιάχνουμε…
για να ξορκίσουμε ίσως τη συννεφιά του κόσμου
- και καλά κάνουμε…. Συνυπάρχει όμως,  η ιδέα του έρωτα, μ’ άλλες λέξεις του αισθητού καθημερινού κόσμου, που έχουν την καμπούρα τους, την κοιλίτσα τους τις ρυτίδες τους…. τρύπιοι ασκοί του Αίολου… «πληγή από φριχτό μαχαίρι»!

«εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω»… (Κ.Π. Καβάφης)


ΣΤΑΣΙΜΟ:  Ένα ταξίδι ζωγραφισμένο στο βλέμμα να σχίζει το φόντο. Τόσο «πλήρως τα φαντάστηκα τα γαλανά σου μάτια που θάρρεψα» πως ονειρεύομαι την ηχώ της μοναξιάς μου
Ναι, ο Ελύτης έπιασε την ουσία:  εμείς είμαστε το αρνητικό αυτών των ονείρων, που εγκαταβίωσαν στις αναμνήσεις μας  και που είναι όλη η αλήθεια της ύπαρξής μας.  Θυμάμαι άρα υπάρχω.  Παίζω με τις εικόνες των λέξεων άρα είμαι ποιητής. ΑΦΗΣΕ ΜΕ ΝΑ ’ΡΘΩ ΜΑΖΙ ΣΟΥ!!! στη σονάτα του σώματος και της πολιτείας

ΕΞΟΔΟΣ στίχοι από δω κι από κει: σαν κατακλείδα σε παραλήρημα εσωτερικού μονόλογου
Άραγε πώς γεννιέται
από ένα τίποτα η επιθυμία (Τ. Πατρίκιος)
…κύκνειοι κάλυκες οργασμού
λάμνουν τη μεροληψία τους
εις το θεαθήναι των λέξεων…
πόθος αναστενάρης μέσα σ’ άλλους πόθους
που κάπως ξέρει από μελαγχολία…
… ατέρμονο βλέμμα αστραπής γαλάζιων στίχων
κτερίσματα μονοσάβδαλης νοσταλγίας
γόρδια κοσμητικά επίθετα
που έχουν εισχωρήσει βαθιά στα μερομήνια μας-
Νόστιμον ήμαρ Επιούσιας Ομοιοκαταληξίας!
(Τάσος Κάρτας, Ένας Στίχος που είναι να βγει)

Περιδιαβάζοντας μυστικά και θαύματα Αόρατων Τοπίων
Συνελόντι ειπειν: το «κ ART ά SOS»  είναι σύνθεση ευσεβής από το Κάρτας και Τάσος  αλλά στην κυριολεξία της η κατά Βαλαωρίτη στυγνή πραγματικότητα είναι φιλόλογος και θα ήθελε να ξέρει  απ’ έξω κι ανακατωτά όλες τις λέξεις, «που ενθάρρυναν τα πράγματα ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν», ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ  Ποιητής με μύτη Σιρανό και πρόσωπο χασάπικο σαράντα στην αγκαλιά μάγισσας νύχτας που φέρνει στα κλαδιά της Ποιήματα λωτοφάγα- συν-πεμτουσία γαλάζιου ουρανού πλην-εντελέχεια εφηβικού λευκώματος και μ’ ένα σύννεφο ζωσμένη στο μεσοφόρι της λέξη ποντοπόρος ενδόμυχου χειμώνα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου