ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ

Παραλήρημα εσωτερικού μονόλογου
(να κρυβόμαστε  πίσω απ’ το δάχτυλο ανάρπαστων λέξεων)

«…. μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε με τα ρωμαλέα νεύρα του ύψους, εκεί όπου δεν έχει σημασία αν γυρίζεις ή αν φεύγεις γιατί μετράει η ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα των φτερών του έρωτα... και η πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι που ’ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων... Άφησέ με...» (από τη ΣΟΝΑΤΑ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ του Γ. Ρίτσου)

Επιούσια απολογία άβατων στίχων με υπότιτλους αγαπημένες ποιητικές αποστροφές, ποιήματα δηλαδή που μηρυκάζουν άλλα ποιήματα στιχάκια αλληλέγγυα στην ποιητική τους αναδίπλωση… «να κρούουν σήμαντρα σαν αναστεναγμό επιθυμίας»





ανάμεσα σε δυο στιχάκια όνειρο
 «σηκώνεις το φουστάνι σου ως τους μηρούς των υποσχέσεων» (Σωκράτης Ξένος)

Σκαρφαλώνεις στο φεγγίτη του Ποιήματος κι ανασαίνεις την πιο σκοτεινή του επιθυμία (Γιάννης Τόλιας)

ΠΑΡΟΔΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΜΟΝΟΛΟΓΟΥ
Παλεύουμε στα πράγματα αυτά
καθημερινές έγνοιες, φιλόμαχες τριβές
να βρούμε μιαν αλληλουχία
τραβάμε, ξελύνουμε, κόβουμε
κάπου θα φτάσουμε έτσι κομματιάζοντας
μια καινούργια πρωτοφανέρωτη ρωγμή
ν’ αγγίξουμε με τα δάχτυλα στα τυφλά

είναι όμως κάτι πράγματα
με πείσμα ανεμοστρόβιλου
που μένουν στάσιμα στο παραλήρημά τους
γιατί με το γύρισμα του χρόνου
μια τυχόν αλλαγή
σημαίνει θάνατο
στην επαγγελία του νόστου (απόσπασμα από την 33η Χρυσηίδα Ρέμβης Τάσου Κάρτα)

«Είναι οι λέξεις παραμύθια;
Κι αν ναι, γιατί πονάνε τόσο;»
«Τοπία της ποίησης ή κήπους της ψυχής», τα είπε κάποιος ποιητής
ή μήπως τρένο διαφυγής;
«σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τρένου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες – τι να τις κάνεις;»
θέλει μετάφραση αυτό;
(μπορούν να μεταφραστούν
ΟΝΕΙΡΑ ΠΟΥ ΟΥΡΛΙΑΖΟΥΝ;

Λάθε βιώσας!
Ποιος ζει ποιος ονειρεύεται…
Λέξεις και εικόνες ποιημάτων,
τρυπώνουν κρυφά μέσα στο νου….
Βιώματα συμπλέκονται με οράματα και σκέψεις,
καθημερινές παρελθούσες πράξεις
συναγελάζονται με κρυφές ανομολόγητες επιθυμίες,
τα «μελισσόπουλα» τα λόγια που ήταν να ειπωθούν
στήνουν τρελό χορό
αγκαζέ με τις βαριές κουβέντες που ξεστομίζει η βαρυγκώμια-

«Διαβάζω συχνά τηλεφωνικούς καταλόγους. Αισθάνομαι ασφαλής που περιβρέχομαι από τόσους γείτονες αριθμούς»,
γράφει η Κική Δημουλά στις ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ της ΧΡΗΣΕΙΣ!!!

Κάπως έτσι κι εγώ
διαβάζω ξεκομμένους στίχους,
θαμπώνομαι από την καταχνιά των εικόνων
 «μια εικόνα χίλιες και μια λέξεις», επαναλαμβάνω
που γίνονται ερήμην πια
ένα με το ΣΚΛΗΡΟ ΔΙΣΚΟ σε γρήγορο υπολογιστή
κι εμείς χαμένοι μέσα σε δισεκατομμύρια mega bite
αλλά και πάλι η ίδια αίσθηση που ένιωθε ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (στο «όνειρο στο κύμα»):

«καθώς ο σκύλος ο δεμένος με πολύ κοντόν σχοινίον εις τήν αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζει ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα καί το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον, παρομοίως κι εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ’ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία την οποία έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου»

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ντυμένο γαλάζιες αποχρώσεις ΣΟΝΑΤΑΣ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ του Ρίτσου):                     
Αυτή η οδυνηρή απομυθοποίηση...
Όταν βγάζεις μία -μία τις μάσκες των λέξεων,
πώς επιστρέφει η μιζέρια της καθημερινότητας σαν
«ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα»
ή σαν ένα
«πιάνο, όπου ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του λησμονημένα λόγια» 
Τι προσγείωση η καθημερινότητα
να παίρνει τη θέση της μαγείας που το θαυματουργό φεγγάρι της ποίησης τη στίλβωσε για λίγο και μας έκανε να νιώθουμε (πίσω από τις λέξεις πάλι)
«λευκοί κι απρόσιτοι...
ν’ ανυψωνόμαστε σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων»... 
«Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;»
ρωτάει ο ποιητής...
Ποιος θ’ αντέξει σ’ αυτή τη διελκυστίνδα;
Πόσα από τα καθημερινά μας μπορούμε να κρύψουμε πίσω από το λυρισμό αγαπημένων ποιητών;
«Κι η αρκούδα σηκώνεται πάλι
και πορεύεται υπακούοντας στο λουρί της, στα δόντια της, χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη της στις πενταροδεκάρες
που της ρίχνουνε τα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά»


ΠΑΡΑΒΑΣΗ (από τις Χρυσηίδες Ρέμβης Τάσου Κάρτα)
«Μας χωρίζουν άμαχες λέξεις,
εκατομμύρια έτη φωτός»
λέξεις με ειρμό ή και χωρίς
πρόσχημα για κάτι άλλο που θέλω να πω
αλλά δεν βρίσκω τα λόγια…

Γιατί βέβαια μόλις κλείσει κι αυτό το σημείωμα,
κλείνουνε και
«οι τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού».
Και ο εξαίσιος, ωραίος, ανάλαφρος ίλιγγος
«βαθύ-βαθύ το πέσιμο
βαθύ-βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του
βαθιά- βαθιά η ευεργεσία της σιωπής….»
ΑΝΑΒΑΛΛΕΤΑΙ
από το βάρος της καθημερινής σπατάλης στα τετριμμένα. ………………………………
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν’ ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν οι σωλήνες του νερού»

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ πρώτο και έσχατο μαζί (να δούμε τι δόση κατάθλιψης έχω ν’ αντιτάξω)

Τρομάζω μπροστά στις δύο παράλληλες ζωές.
Γιατί έχει τη δική της αλήθεια και η δεύτερη ζωή,
η παράλληλη με αυτή τη γνωστή και συνηθισμένη,
η καλά κρυμμένη στα δύσβατα μονοπάτια των λέξεων...

Συνήθως περιμένω να έρθει το πρωί,
γιατί σε μένα κάπου εκεί τα ξημερώματα,
όταν όλα γύρω ησυχάζουν ή τα πλακώνει το βουβό σκοτάδι,
αρχίζει η περιπλάνηση στο παραμύθι των λέξεων.

Είναι μαγεία να μπορείς
να κλείνεσαι μέσα σε εικόνες λέξεων
και με αυτό τον τρόπο να ξεφεύγεις
από το βάρος της καθημερινής σπατάλης στα τετριμμένα.
Άλλοτε όμως (και πιο συχνά)
η διαφυγή αυτή είναι ένα κακό υποκατάστατο
που κάνει για λίγο
«να μη νιώθεται
η πληγή από το φριχτό μαχαίρι του χρόνου» (Καβάφης).  
Η φθορά του χρόνου όμως δεν είναι λέξεις να παίξεις
σχεδιάζοντας τα επόμενα ανεπάντεχα σχήματα λόγου.

 «στιγμές με τη λάμψη της αστραπής
αιώνες με τη σφοδρότητα της καταιγίδας
με υποτάσσει η πεμπτουσία των ανατροπών,
με διαπερνάει σειρήνα πτερόεσσα
«Φαντασίας και Λόγου»
(από κάποια παλιά Χρυσηίδα Ρέμβης και πάλι)

Κολλάει μερικές φορές το μυαλό σε μια ασήμαντη μικρή στιγμή παρελθούσα ανεπιστρεπτί
και την μεγεθύνει τόσο πολύ
που όλα τα άλλα γύρω της μοιάζουν φευγαλέες σκιές.
Πολλές τέτοιες στιγμές έρχονται
όταν ξεχνιέμαι σ' αυτή τη δεύτερη ζωή
που ζω φυλακισμένος στις λέξεις μου.
Τις μαρμαρώνω και σαν παλιές φωτογραφίες
τις κοιτώ με τη σιγουριά και την ασφάλεια της απόστασης.
Με τη νοσταλγία και τη θλίψη που έχεις όταν ξέρεις ότι
δεν μπορείς να κρατήσεις για πολύ στο χέρι σου
ό,τι το θέλεις τόσο πολύ.
Με την αίσθηση του ανικανοποίητου
γιατί ξέρεις ότι σε λίγο θα «ξυπνήσεις»
κι όλα αυτά που τα νιώθεις τόσο κοντά, δεν είναι εκεί.
Έχουν περάσει τόσο αμετάκλητα που νιώθεις
ότι μπορεί και να μην υπήρξαν στην πραγματικότητα,
πως η ανάμνησή τους είναι ένας αντικατοπτρισμός,
μια όαση φτιαγμένη με υλικά του τόσο ανήσυχου πάντα πνεύματος
(που σ’ αντίθεση με σένα αυτό δεν γερνάει…).
Να τώρα ήρθε στο μυαλό μου πάλι
μια ανέμελη φευγάτη φωτογραφία
μπροστά σε ένα τοίχο αδειανό,
αλλά περίεργα όμορφο και παραμυθένιο,
(κάπου εδώ δίπλα, τόσο κοντά
που αν απλώσω το χέρι θ’ αγγίξω τα χρώματά του,
αλλά τόσο σαν μια άλλη πραγματικότητα
που είναι σαν να βλέπω μια αγαπημένη ταινία
στον κινηματογράφο που την είδα αμέτρητες φορές)


Ερήμην της ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ, καθώς για πολλοστή φορά απολαμβάνω στην «προφύλαξη οθόνης» του PC
(Μπα!!!
παλιά μου τέχνη να παίζω με τις σημασίες τους…
εκ του ασφαλούς να τις «τεντώνω» στο μπόι της συγκυρίας
αλλού κατακόκκινες πέτρες των ψιθύρων τη βλάστηση να καταπατούν
κι αλλού κυλιόμενες χορτάρι να μην πιάνουν…)

Θα προτιμήσω τη λέξη

ΘΑΥΜΑΣΜΟΣ

όχι γιατί με την «ασπίδα» που έχει το έντονο χρώμα της κρύβω τάχα τη δυσκολία μου – πίσω απ’ το δάχτυλο πώς να κρυφτείς;
αλλά γιατί αυτή αποδίδει καλύτερα τον έρωτα για τις λέξεις
(γιατί περί αυτού πρόκειται:  «οι λέξεις φταίνε!
Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν» (Κική Δημουλά)

Γιατί αν έπρεπε να χρησιμοποιήσω οπωσδήποτε μια λέξη
για να ορίσω αυτό το «ασώματο πρόσωπο» που τον κάνουμε πρωταγωνιστή στην ιστορία των εικόνων μας…,
θα μιλούσα για την ιδέα του έρωτα,
που συμβαίνει να υπάρχει τόσο όμορφα –είναι αλήθεια-
αλλά στο νοητό κόσμο, αυτό που με τη δύναμη της ποιητικής μας φαντασίας φτιάχνουμε…
για να ξορκίσουμε ίσως τη συννεφιά του κόσμου
- και καλά κάνουμε….
Συνυπάρχει όμως,  η ιδέα του έρωτα, μ’ άλλες λέξεις
του αισθητού καθημερινού κόσμου,
που έχουν την καμπούρα τους,
την κοιλίτσα τους
τις ρυτίδες τους….
τρύπιοι ασκοί του Αίολου…

Και μόνο στα κείμενα μας δηλαδή στα λόγια που δε λέγονται
γυρίζουμε την πλάτη σ’ αυτές τις λέξεις και την αισθητή πραγματικότητά τους
γιατί μυρίζουν συνήθεια
τις περιγελούμε,
δήθεν ότι είμαστε εμείς υπεράνω από τη μιζέρια που κουβαλάνε…
Αλλά είναι

«πληγή από φρικτό μαχαίρι»

αυτή η αλήθεια του κόσμου των αισθήσεων
Γι’ αυτό, όπως και ο πρώτος διδάξας έκανε (ΚΑΒΑΦΗΣ)

«εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω»…

Ερήμην της ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ λοιπόν,
καθώς αφήνω για λίγο τις άλλες δουλειές με τον υπολογιστή,
δοκιμές εξετάσεων και ασκήσεις επανάληψης,
και προσπαθώ να χαλαρώσω
πίσω απ’ τις μεταφορές και τους συμβολισμούς τους….
Γράφω σημειώματα -κατά τη συνήθεια μου ηλεκτρονικά-
κατεβάζω εικόνες
δήθεν πως δένουνε με τα χρώματα των λέξεων,
όλα μαζί να συνοδεύουν το ποίημα
που εκείνες τις μέρες τυχαίνει να στριφογυρίζει στο μυαλό
-τόσο διαφορετικό κάθε φορά-
που να σπάζει τη σιωπή στα δυο….
Κι ενώ κάθε μέρα κάνω αυτή την υπενθύμιση στον εαυτό μου
ή σκέφτομαι την επιθυμία μου να επικοινωνήσω πάλι με τις λέξεις
με το γνώριμό αυτό ηλεκτρονικό τρόπο,
-δεύτερη φύση-
πάντα τυχαίνει κάτι και μένει στάσιμη η επιθυμία
εξορισμένη με εκείνο το τόσο ύπουλα ενεδρεύον

«ες αύριο τα σπουδαία»

Το ένα αύριο φέρνει το άλλο
και τα δυο την αναβολή;
(στα πόσα καίγεται…. η σπονδή στην επικοινωνία;)

ΣΤΑΣΙΜΟ: Ένα ταξίδι ζωγραφισμένο στο βλέμμα να σχίζει το φόντο. Τόσο «πλήρως τα φαντάστηκα τα γαλανά σου μάτια που θάρρεψα» πως ονειρεύομαι την ηχώ της μοναξιάς μου

Ναι, ο Ελύτης έπιασε την ουσία:
εμείς είμαστε το αρνητικό αυτών των ονείρων,
που εγκαταβίωσαν στις αναμνήσεις μας
και που είναι όλη η αλήθεια της ύπαρξής μας.
Θυμάμαι άρα υπάρχω.
Παίζω με τις εικόνες των λέξεων άρα είμαι ποιητής.
ΑΦΗΣΕ ΜΕ ΝΑ ’ΡΘΩ ΜΑΖΙ ΣΟΥ!!!
στη σονάτα του σώματος και της πολιτείας
Μην πεις ότι είναι ΠΕΤΑΜΕΝΑ ΛΕΦΤΑ
και βιαστείς ν’ σχολιάσεις με σαρκασμό την παρακμή μιας εποχής…

ΕΞΟΔΟΣ στίχοι από δω κι από κει: σαν κατακλείδα σε παραλήρημα εσωτερικού μονόλογου
Άραγε πώς γεννιέται
από ένα τίποτα η επιθυμία (Τ. Πατρίκιος)
…κύκνειοι κάλυκες οργασμού
λάμνουν τη μεροληψία τους
εις το θεαθήναι των λέξεων…
πόθος αναστενάρης μέσα σ’ άλλους πόθους
που κάπως ξέρει από μελαγχολία… (Τ. Κάρτας, 11η Χρυσηίδα Ρέμβης)
… ατέρμονο βλέμμα αστραπής γαλάζιων στίχων
κτερίσματα μονοσάβδαλης νοσταλγίας
γόρδια κοσμητικά επίθετα
που έχουν εισχωρήσει βαθιά στα μερομήνια μας-
Νόστιμον ήμαρ Επιούσιας Ομοιοκαταληξίας!


Περιδιαβάζοντας μυστικά και θαύματα Αόρατων Τοπίων
Ερανίζομαι λέξεις
παράξενα ανθισμένες διπλή σημασία
μετά φόβου σιωπής…

Τρέμω μήπως δε βρεθεί
ποτέ η αμφισημία
μιας λέξης μικρής σαν το μίσχο
που, σαλεύοντας ζωή με παιχνίδια χρωμάτων,
θα μεταμορφώνεται εσαεί σε καιγόμενο πόθο
(διακαή στην ουσία):

συναγωγή στίχων  για τον «τύπο των ήλων»
εσταυρωμένου ποιήματος
(κατά τας γραφάς….):
«αλλά η δική σου σάρκα έτρεμε
βλέποντας τα στήθια του

γυμνά ν’ ανθίζουν από πάνω σου»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου