ΧΟΗΦΟΡΟΣ

Χοηφόρος Πεζή Μεταφορά

Από μηχανής Θεοί λέξεων και τα πάντα ασημένια Ποιήματα, τουτέστιν ένα ΚΛΕΙΔΙ ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΑΝΑΓΩΓΩΝ έτσι που η μοναδικότητα της εμπειρίας στην Ποίηση να αναιρείται προς στιγμήν θυσιάζοντας στα ΕΓΚΑΤΑ ΚΤΕΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΡΕΜΒΗΣ τις πιο παιδικές από τις καταπιεσμένες ποιητικές ενορμήσεις, δηλαδή Λάχεσις, Κλωθώ, Άτροπος υστερόβουλες με τον έσχατο και ξέφρενο αυτοσαρκασμό για την απρόσωπη λαγνεία ή τελικά και τέλεια το υποκείμενο του ηλιόπληκτου Ποιήματος πνέοντας μένεα στην ασύστολη μονέδα της ετεροπροωσπίας του



(λεζάντα) Με τις λέξεις δεν βγάζεις άκρη, για αλλού ξεκίνησες και αλλού αυτές σε πάνε. Στο τεντωμένο σχοινί τους ισορροπούν χρώματα μιας ανάγκης λανθάνουσας για ουρανό, «τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης» (που κάνεις πως δεν τις βλέπεις –και αλήθεια δεν τις βλέπεις, «θαυμάζοντας, ξεχνάς, ό,τι θαυμάζεις, σου φτάνει ο θαυμασμός σου»)


Σε ποιανού όνειρο μέσα είμαι είσαι άραγε;
Ως γνωστό τοις πάσι, το μεγαλείο της ομορφιάς στην ποίηση, βρίσκεται στη δύναμη της μεταφοράς,
στους πολλαπλούς συμβολισμούς και ελιγμούς της γλώσσας, στο κατιτί που αμέσως μετά το ποίημα μπορεί να «τρέξει» μέσα σου άφοβα, όπως η Κοκκινοσκουφίτσα στο δάσος με τους «μεταμορφωμένους»  λύκους...
Γιατί «όποιος θέλει να δει το φυλακτό της ασημένιας μοίρας του, πρέπει πρώτα να επιβιώσει ποιητικά».

Ο κάθε στίχος βέβαια σέρνει την κυριολεξία του,
που «κοινή θνητή» για όλους, θα διαβεί απαρατήρητη,
εκτός κι αν ταλέντο και πρωτοτυπία της χαρίσουν έκλαμψη οριστική και δίκαια –
έτσι κι αλλιώς το παιχνίδι με σύμβολα και ερμηνείες έχει τη ξεχωριστή δική του ιστορία για το μύστη, που η επίμονη αυτοάσκηση χρόνων έγινε κλειδί πρόσβασης στο φλοίσβο το ποιητικό.

Τότε οι μεταλλάξεις κάθε στίχου, με εικονολογίες ελεύθερες και στη μορφή και στην ουσία, είναι η αφετηρία κι άλλου νοήματος κατά το δοκούν του αναγνώστη – να για παράδειγμα, το τελευταίο δίστιχο
στην ΕΠΙΟΥΣΙΟ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑ,
σαν μια κοινή πρόσκληση για φωτογραφία πορτρέτου, είναι καταδικασμένη απ’ την αρχή – όσες φορές και με όποια μορφή κι αν χρησιμοποιηθεί.

Αν όμως αρχίσει να αναπνέει μεταφορικά /  συμβολικά,
τότε «υπερυψούται και περιδινείται» διαφορετικά στον καθένα και εκεί ακριβώς είναι το σημαίνον : ο αύξων ερεθισμός από την επανάληψη και τη μεταγραφή
(μ’ άλλους τρόπους κάθε φορά) της πιο καθημερινής κοινοτυπίας, παραδείγματος χάρη η Σταχτοπούτα και το Μαγεμένο Βασιλόπουλο στο γνωστό το μύθο...και ο σαλτιμπάγκος χρόνος που τίποτα δεν μπορεί ν’ αναιρέσει την αδηφάγο έπαρση της παρουσίας του.

Γιατί τα σενάρια υπονοούμενων συμβολισμών
είναι ευάλωτα στις κοινότητες της έμπνευσης
και αντηχούν απέραντα μέσα στους χρόνους,
από την πρώτη αυγή της ποίησης
έως την τελευταία ηχώ της υστερόγραφης επιθυμίας... όπου «ο τρίποδας στημένος (θα) την καρτερεί»
στο φόβο του άναυλου και φευγαλέου «κλικ»,
για την απομυθοποίησή της:
«αχ, γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλο άσχημο στόμα;»
«Για να μπορέσω να σε φάω καλύτερα».

Με τη σειρά του, αν και προτελευταίος,
ο φόβος του φευγαλέου «κλικ»,
που κι αυτός  επανέρχεται με παραλλαγές και μεταλλάξεις μέσα στο ποίημα, είναι βέβαια, «τρόπον τινά» και «λόγου χάρη», ηχητική εικόνα δανεισμένη από το «κλικ» της φωτογραφικής μηχανής,
αλλά αίφνης και πιο μεστά μπορεί να σημαίνει την «πρόωρη εκσπερμάτωση απωθημένης επιθυμίας»
μ’ όλες τις μεταφορές στις οποίες παραπέμπει, που με τη σειρά τους δημιουργούν εικόνες και παρομοιώσεις
«κρυφού εφηβικού αυνανισμού»
που δεν ολοκληρώνεται την τελευταία στιγμή και αναλογικά, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ,
σαν ακροτελεύτιος μηχανισμός άμυνας
(που είναι η ποίηση στις πιο εσωτερικές της εκφάνσεις), συμβολίζει αυτός ο φόβος, το κάθε τι που το απρόβλεπτα στιγμιαίο του υποσυνείδητα  μας ενοχλεί
και μας επηρεάζει δραματικά.
Και πιο στιγμιαίο από την ευχή μέσα στο ποίημα δεν υπάρχει... αφού το φυσικό πεπρωμένο της στιγμής
είναι πεμπτουσία επιθυμίας...

Και το ακόμα πιο απωθημένο, όταν θα φτάνεις στις ίδιες αναγωγές από διαφορετικά στιχάκια μ’ άλλες αφορμές, από την άμιλλα, ευγενική ή μη,
έτσι που η μοναδικότητα της εμπειρίας στην ποίηση
να αναιρείται προς στιγμήν θυσιάζοντας
«ΣΤΑ ΕΓΚΑΤΑ ΚΤΕΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΡΕΜΒΗΣ»
τις πιο «παιδικές» από τις καταπιεσμένες ποιητικές μας ενορμήσεις...
                       
Υποθέσεις πολλές λοιπόν να κάνεις ψάχνοντας διαρκώς συμβολισμούς, που εσένα πιο πολύ θ’  αγγίζουν,
ανατρέποντας τη στυγνή κι έξαλλη κυριολεξία της καθημερινότητας.
Και σ’  αυτή τη διαδικασία, τη μαγικά προσωπική,
ο ποιητής δεν έχει άλλο λόγο και να παρέμβει πλέον δεν μπορεί ούτε κι αν - επιλογικά σ’ αυτή τη
 «ΧΟΗΦΟΡΟ ΠΕΖΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ» -
 (απο)τελειώσει αυτή την πρό(σ)κληση
με τον έσχατο και ξέφρενο  (γι’ αυτόν)  αυτοσαρκασμό  
(ο τελευταίος σταθμός των συνειρμών στην ποίηση έχει «φτερά από σμάλτο και σιωπή αγαπημένη της σελήνης»):    
           
Μην παίζεις με τις λέξεις,
τα προσανάμματα της μοναξιάς,
μην φάσκεις κι αντιφάσκεις γι’ αυτόν τον ένα λόγο
που θα είναι «νέμεση», «δόλος», «εγκώμιο πρηνηδόν», «μια αρκούδα καφέ», το θρόισμα της μαγεμένης πεταλούδας, «η στάχτη του ποιήματος που ρίχνεις στο κρασί σου για να μεθάς πολύ»
και «η Γερακίνα»,  που με το γυναικείο πεπρωμένο της, θα κορφολογήσει, στο φασκιωμένο με λιλά και άσπρα χρυσάνθεμα κολοβό σου ποίημα,
«τα ασαφή του όρια»
διότι
για τον ερασιτέχνη ποιητή...«μετ’ ευτελείας» 
ΠΑΣΑ ΠΟΙΗΣΙΣ ΤΑΦΟΣ :
η πασιέντζα της είναι η οικογενειακή κατάρα των ποιητών

πέρα βρέχει scrabble νοημάτων μονόλογων
το καταπέτασμα της εξουσίας στίχων
λαξευμένο σε άμεμπτο μάρμαρο
εξοστρακίζει Libido στην άκρη μεταξένιου στίχου

δεν έχουν σκιά οι ιδέες να ξαποστάσω
δεν έχει κρόσσια η βροχή να ξεχαστώ
δεν έχει δάχτυλα η σιωπή να την μετρήσω
στους κύκλους του ουρανού που θα διαβώ
χιονίζει χρυσηίδες στίχων

(Λάχεσις Κλωθώ Άτροπος υστερόβουλες ψευδώνυμος συμβολισμός για την απρόσωπη λαγνεία

ή τελικά και τέλεια το υποκείμενο του ηλιόπληκτου Ποιήματος πνέοντας μένεα στην ασύστολη μονέδα της ετεροπροσωπίας του)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου