ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ

Μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια: κοράλλια και μαργαριτάρια και κοχύλια και θησαυροί ναυαγισμένων πλοίων
 Αυτό που θέλω να σου πω το πιο όμορφο απ’ όλα είναι ότι η Ποίηση, στην πρωτογενή της έκφραση, είναι ο μαγικός εκείνος χώρος, στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό και το Ποίημα, καρπός βασανιστικού μόχθου, είναι ένας μικρόκοσμος που οικοδομείται με τα υλικά της γνώσης και της συγκίνησης για τ’ ανθρώπινα, της εκφραστικής τόλμης και της πολύτιμης εκείνης αίσθησης ελευθερίας που χαρίζει η υπέρβαση αυτού που μας πληγώνει

ΠΟΙΗΣΗ, «ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου»; (Ανδρέας Εμπειρίκος), κι οι Ποιητές, «αρνητικά ονείρου»; (Οδυσσέας Ελύτης), Εσύ, πάντα θα επιλέγεις το χρόνο και το χώρο που θα συναντηθείς με το Ποίημα (Γιάννης Τόλιας), Οι λέξεις φταίνε! Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν (Κική Δημουλα) Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα (Γιώργος Σεφέρης) μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας, κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε, μιαν ευτυχία, μια μέθη κι ενθουσιασμό ακόμη- εξαίσιος ανάλοφρος ίλιγγος (Γιάννης Ρίτσος)  

Ρητορικά (λυρικά) ερωτήματα για έναν Παγκόσμιο Ορισμό της Ποίησης (αφιερωμένα εξαιρετικά «στη θηρεύτρια των Ονείρων», που «σηκώνει το φουστάνι ως τους μηρούς των υποσχέσεων»)



όμως
«Σε κανέναν μην αποκαλύψεις
τη μυστική μας συνομιλία
ούτε τους ασπασμούς και τις θωπείες
που ανταλλάχθηκαν…»
(διασκευασμένο ΑΜΑΡΤΟΛΟΓΙΟ Γιάννη Τόλια)
(κολάζ):
Ποίηση είναι δυο χέρια ωραία γυναίκας που να’ χουν εξοικειωθεί με τα’ αγριοπερίστερα ή ένα σύρμα ηλεκτρικό που οι αναμνήσεις του όλες να ’ναι από ρεύμα ηλεκτρικό (ορισμοί από τη Μαρία Νεφέλη του Οδυσσέα Ελύτη)
καθώς
(λεζάντα):
Παινεμένη θα λέγαμε κείνη
που ’βαλε προσάναμμα το φουστανάκι της
κι απ’ τα χίλια λόγια της αγάπης
έφτασε να συναγάγει ένα μόνο διαρκείας φιλί… (Οδυσσέας Ελύτης)
 γιατί 
Όταν λέμε ονειρεύτηκα δε σημαίνει στ’ αλήθεια ότι είδαμε ένα όνειρο αλλά ότι ξυπνητοί φέρνουμε λίγο προς τα μπρος κάτι που στέκει πίσω πραγματικό μήπως το ξεχάσουμε πως μονάχα ως όνειρο μας είχε βασανίσει (Κική Δημουλά)

Αν ο Άνεμος, Νοτιάς της Ποίησης, που φυσά στον Έρωτα αναπνοές Ονείρων, σε ρωτήσει…
«Ποια είναι η γλώσσα που μιλάς, θάλασσα εσύ»;
Τη γλώσσα της αιώνιας αναζήτησης, να του πεις!.
Κι εσύ, ουρανέ μου, σε ποια γλώσσα μου διαβάζεις τα γαλάζια σου γράμματα;
«Στη γλώσσα της ατέλειωτης σιγής των κρυμμένων αστεριών μου» 
(Εσωτερικός μονόλογος, όταν ο Ποιητής μέσα μας δε λέει να σωπάσει)
Γι αυτό πρέπει να μάθω να πελεκώ αυτή την πέτρα, να ζωγραφίζω πάνω στην πέτρα.
Τι είναι λοιπόν η ποίηση;
(τα παρακάτω ερωτήματα είναι το υλικό για να συνθέσει ο καθένας το δικό του ορισμό)
1] ΔΙΕΡΩΤΗΣΗ για να μην καθόμαστε άνεργοι; (ΚΑΡΟΥΖΟΣ), ή λανθάνουσα κοινή ανθρώπινη ανάγκη για ΟΥΡΑΝΟ; (Σαχτούρης)
 «η ποίηση, στην πρωτογενή της έκφραση,
είναι ο μαγικός εκείνος χώρος,
στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω,
κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό»
(Μίλτος Σαχτούρης)
Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν:
Τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
Ναι! την καρδιά μας καρφώνει!
Ώστε λοιπόν είναι ποιητής!
(Μίλτος Σαχτούρης)
Σφαγμένη εντός του μια ερώτηση δε λέει να σωπάσει
Άλλο από το παραλήρημα δεν σου ’μεινε φυσίγγι, δεν έχει άλλη εκβλάστηση από τη φλέβα σου που πλημμυράει την πολιτεία συρίζοντας ως τον ενδότοιχο σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση δε λέει να σωπάσει ανατέλλει δύει εντάφια πλησιφαής με φεγγάρια χαίνει με παλίρροιες όπως απλώνει στα ορυκτά το έκζεμα του πλανήτη κι από τη βολή του πρόγονου δε σβήνει η ηχώ (ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ)
2] Τα ίδια τα λόγια μας που είναι παιδιά πολλών ανθρώπων;
«Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας
Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη
ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα
Όπως τα πεύκα κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί
το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου
ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί» (Γιώργος Σεφέρης)

 3] ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ που φθονούμε; (ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ),
ή μήπως η τέχνη  «που κάπως ξέρει από φάρμακα,
νάρκης του άλγους δοκιμές
εν Φαντασία και λόγω…
και κάμνει – για λίγο – να μη νοιώθεται
η πληγή απ’ το φρικτό μαχαίρι του χρόνου; (ΚΑΒΑΦΗΣ)

4] Βαθύ-βαθύ το πέσιμο, βαθύ-βαθύ το ανέβασμα, το αέρινο άγαλμα κρουστό μεσ’ στα ανοιχτά φτερά του
βαθιά-βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής-
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης, όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος, ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος  πρόσεξε θα πέσεις… (Γιάννης Ρίτσος)

5] Ποίηση, γυμνή αλήθεια μιας στιγμής μ’ άδοξο τέλος, «σώματα πλασμένα για μοναξιά και όνειρα για συναντήσεις»;
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ τις εικόνες στίχων που έρχονται κάθε πρωί στον ύπνο και το ξύπνο μου: Πλύνε βάλε λέξεις, λοιπόν, να αποκρυσταλλώσεις ΟΝΕΙΡΑ στο υπερώο το μεταφυσικό που κυλά σ’ αυτό που θα είναι το Ποίημα όταν, αψηφώντας τη σύμφωνη ομοιοκαταληξία τους, θα κερδίσει δώρο ασημένιο δάκρυ φωνήεν ΑΝΕΜΩΝ SMS
6] ή μήπως είναι η τέχνη
«από το ελάχιστο να φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε;
Μόνο που ’ναι πιο δύσκολο.
Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις,
αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίζεις
οπόταν η φύση σού υπακούει.
Κι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της (ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ),

7] Δεν ήθελα αιωνιότητα. Καιρό μόνο ζητούσα (Δ. Καπετανάκης)
Εννιά χιλιόμετρα από δω φλέγονται θημωνιές και σπίτια.
Γονατιστοί κι αμίλητοι στου λιβαδιού την άκρη
οι χωρικοί καπνίζουν τρομαγμένοι.
Μα εδώ μια βοσκοπούλα με τα πόδια της παίζει
στης λίμνης το νερό.
Και το σγουρό κοπάδι σκυμμένο στο νερό πίνει τα σύννεφα (ξένου ποιητή)

8] ΚΙ ΟΜΩΣ Η ΠΟΙΗΣΗ είναι μια πόρτα ανοιχτή, για την οποία αιώνες τώρα
φτιάχνονται ατέλειωτες αρμαθιές αντικλείδια (ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ),
   ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ είναι ένας μύθος για την ποίηση και αφηγείται μία επαναλαμβανόμενη ανά τους αιώνες απόπειρα να παραβιαστεί η ανοιχτή της πόρτα. Το πρόσωπο που αφηγείται έχει καθολική εποπτεία στον χώρο που είναι ο κόσμος και στον χρόνο που είναι από τότε που υπάρχει ο κόσμος.
Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να δουν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουνε την πόρτα της Ποίησης.

Μα η Ποίηση είναι μια Πόρτα Ανοιχτή

9] Μήπως όμως Ποίηση είναι τα όνειρα, που θυμούνται οι ποιητές για λογαριασμό μας;
Γιατί
όλοι μας ονειρευόμαστε πολύ κάθε νύχτα,
αλλά το πρωί έχουμε ξεχάσει το ενενήντα τοις εκατό απ’ όσα έγιναν.
Γι’ αυτό οι ποιητές είναι τόσο σημαντικοί για την κοινωνία.
Οι ποιητές θυμούνται τα όνειρά μας για λογαριασμό μας. (Tom Robbins)

10] Ο ΠΟΙΗΤΗΣ άναψε ένα βράδυ όλα τα φώτα του μυαλού του κι έφτιαξε μιαν έκρηξη, που θα μπορούσε να είναι και δική σου (Δημητριάδης)
ωστόσο, εσύ, πέταξε
απ’ το φεγγίτη των Ονείρων
χαρταετούς επιθυμίας παρακείμενης σιωπής,
που τη μασκαρεύουμε σε Ποίημα,
μήπως κάποτε, ανταμώσουνε οι στιγμές, στην άκρη ενός στίχου της Γης….

11] Αυτό είναι στο βάθος βάθος η Ποίηση, η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς σ’ αυτό που σε υπερβαίνει
Επειδή χωρίς αμφιβολία υπάρχει για το καθένα από μας κι από μία ξεχωριστή, αναντικατάστατη αίσθηση που αν δεν την βρει να την απομονώσει εγκαίρως και να συζήσει αργότερα μαζί της, έτσι που να την γεμίσει πράξεις ορατές, πάει χαμένος. Ό,τι μπόρεσα ν' αποχτήσω μια ζωή από πράξεις ορατές για όλους, επομένως να κερδίσω την ίδια τη διαφάνεια, το χρωστώ σ' ένα είδος ειδικού θάρρους που μου 'δωκεν η ποίηση:
Να γίνομαι άνεμος για τον χαρταετό
και χαρταετός για τον άνεμο
ακόμα και όταν ουρανός δεν υπάρχει.
Δεν παίζω με τα λόγια.
Μιλώ για την κίνηση που ανακαλύπτει κανείς
να σημειώνεται μέσα στη ΣΤΙΓΜΗ
όταν καταφέρνει να την ανοίξει και να της δώσει διάρκεια».  (Οδυσσέας Ελύτης)
12] Ποίηση είναι «ένας χαρταετός, που ξέφυγε απ' τα χέρια παιδιού, πεταλούδα που γλιτώνει απ' τη φωτιά, νύχτα στρωμένη τσιγάρα λέξεις (ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ)
Σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω από την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα. Πάνω στη φωταγωγημένη σάρκα μας που ηχεί από φτερά γλάρων αμέτρητες μέλισσες κέντησαν τα τραγούδια του Ιουλίου. Πριν λίγες ώρες πτώματα από πεταλούδες ευτυχισμένες το πρωί χάθηκαν στο χρυσοχείμαρρο του μεσημεριού εκεί στης τριανταφυλλιάς την όχθη σπρώχνοντας μύχιες σκέψεις Έκτορα Κακναβάτου

13] βαδίζεις σε μιαν έρημο και βλέπεις ένα πουλί να κελαηδάει
 Όσο κι αν είναι απίθανο
να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο
εσύ είσαι υποχρεωμένος
να του φτιάξεις ένα δένδρο.
Αυτό είναι το Ποίημα! (ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ)

14] Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί στο βάθος του πνιγμού κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων
απρόοπτες συναντήσεις, και χθεσινά και σημερινά και μελλούμενα
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμό ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω -  όχι τα δίνω
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω,
Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου … (Γιάννης Ρίτσος, Η Σονάτα του Σεληνόφωτος)

15] Αν δεις το πρόσωπο της Ποίησης να σου χαμογελάει είναι γιατί υπάρχει μια πέτρα αθάνατη όπου κάποτε ένας άνθρωπος αρχάγγελος Ποιητής ζωγράφισε με τα φτερά του χρώματα λέξεις ουρανό:
16] Όνειρο σημαίνει φτερούγα ύπνου από κερί που ήλιο ερωτεύεται και λιώνει
Όποιος ονειρεύεται δονείται κι υπάρχουνε και όνειρα που σε πετάνε χάμω. Καιρό έχω να μιλήσω για όνειρα καιρό δεν έχω όνειρα δεν έχω, συμμετρική ανέχεια. Κι ότι αντέχω τέτοια ανέχεια λέω μην είναι όνειρο. Μην είναι όνειρο πως όνειρα δεν έχω. Και τι σημαίνει όνειρο; Τι δηλαδή δεν έχω; Θα ’ναι αυτό που θέλει να ’χει μέσα του ο πηλός για να μη σπάζει… Όνειρο σημαίνει να μην υπάρχουν σύνορα κι οι βλοσυροί καχύποπτοι φρουροί τους. Ελεύθερα να μπαίνεις σ’ άνθρωπο κι ούτε τις ει, ούτε τις οιδε. Δεν ήρθε κι ένα απόγευμα που να μη γίνει βράδυ, να έρθει κι ένα όνειρο που να μην γίνει άνθρωπος, να έρθει κι ένας άνθρωπος που να μη γίνει όνειρο, τις οιδε, τις ει. Ξανοίχτηκα πολύ σε ορισμούς κι είν’ επικίνδυνο να κλαις χωρίς πυξίδα. (Κική Δημουλά)
17] Ποίηση είναι ο πειρασμός, ο δαίμονας που μπαίνει ξαφνικά στο σώμα του κανονικού, προκαλώντας ένα σεληνιασμό γόνιμο 
Μπορεί όμως να είναι κι ένα είδος ευθανασίας των πραγμάτων, που υποφέρουν μέσα μας είτε ως ανικανοποίητα είτε ως προδομένα. Γιατί ΠΟΙΗΣΗ είναι η διπλή ζωή των λέξεων. Κάθε τόσο εγκαταλείπουν τη μετριότητα της χρήσης τους και ακολουθώντας δυσανάγνωστους χάρτες, που χάραξε ανώνυμη ανησυχία, ψάχνουν, σκάβουν να βρουν φλέβες χρυσού λυτρωτικού ρόλου.  (Κική Δημουλά)

18] Αν δεις το πρόσωπο της Ποίησης να σου χαμογελάει  είναι γιατί υπάρχει
μια πέτρα αθάνατη όπου κάποτε ένας άνθρωπος αρχάγγελος  ποιητής εκτός σώματος διατρέχοντας το άχρηστο μάθημα της μεταφυσικής με τα φτερά του ζωγράφισε
«μια φλέβα γυμνή
κάτω απ’ το φοβερό βλέμμα του ανέμου»
και, έτσι, μια σπίθα βουβή στο λαμπερό πλήθος των άστρων «ποίησε»…

19] Πώς να σωπάσω μέσα μου τη μαγεία εικόνων και ήχων; (την άπειρη θάλασσα των ονείρων και τη σιωπή των λέξεων τους)
Όπου και να ταξιδέψεις τρεις λέξεις δρόμος: ΑΓΑΠΗ, ΣΟΦΙΑ, ΖΩΗ (με όποια σειρά): «κάτι σαν άπιαστα του Παραδείσου σήματα ολόισια μες την καρδιά του Ήλιου…»! Τ’ αφήνω κάτω απ’ το χαλάκι της e-εξώπορτας, να δεις «φως» και να περάσεις μέσα. Εκεί, γυρεύοντας παραληρήματα της Ποίησης, επιστρέφω στον τόπο του «εγκλήματος» των λέξεων, να βρω αυτή με το παράξενο όνομα ανάμεσα στα χρώματα που έχουν τα όνειρα. Έρχεται κάθε πρωί με την «αόριστη γοητεία» της κι έτσι «πιο ελεύθερα την πλάθω μες το νου μου» με «μιαν ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά». «Και τόσο πλήρως την φαντάζομαι» που με υπεροψία και μέθη της γνέφω «σ’ αγαπώ», ξέροντας ότι το άλλο πρωί θα την ξεχάσω για χίλια άλλα Ποιήματα. «Σαν κατανόηση της ματαιότητας των μεγαλείων…
20] Υστερόγραφη Ποίηση από ΜΗΧΑΝΗΣ λέξεων (Τάσου Κάρτα):
τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες
και πορφυρά μεσημέρια
γράφω και ξαναγράφω αυτόν
το Φαύλο Δούρειο Στίχο,
Λευκή και Απρόσιτη Παρομοίωση
σαν την αμείλικτη σιωπή
στ’ αναφορικό φεγγαρόφωτο…
γράφω και ξαναγράφω αυτόν το Φαύλο Στίχο
απλή σκέψη πτερόεντος λόγου…
άμεμπτων συμβολισμών
Ομοιοκαταληξίας  Χρυσηίδων Σιωπής
Έρμαιο Επέκεινα Λερναίας Εμμονής
στην Άτροπο επιθυμία την πρεσβυτέρα των Ποιητών
άνω σχώμεν ευσεβείς πόθους
όλο ανεβαίνοντας ακάλυπτους στίχους
κι όλο ξοδεύοντας μαγικές εικόνες
ουρανό
Κι οι ορισμοί της Ποίησης τελειωμό δεν έχουν
(όπως τα βάσανα του ανθρώπου)
γι’ αυτό όσοι πιστοί και λευκοφόροι… προσέλθετε:    
κ ART ά SOS (ΑΚΡΟΝ ΑΩΤΟΝ ΣΙΩΠΗΣ ΙΩΒΗΛΑΙΟΥ) à
η ποίηση είναι επιούσιος ομοιοκαταληξία οδοφράγματος σιωπής, 
Λαιστρυγόνες Κύκλωπες που κουβανώ on line στο P.C μου.
Τα ποιήματα είναι όνειρα που ονειρεύονται ξανά την ηχώ της μοναξιάς τους,
περίακτοι συμβολισμοί αείφυλλων γυναικών,
ασύδοτοι υπαινιγμοί παλίρροιας,
πεμπτουσία υπερεγώ,
σκύβαλο παραλήρημα φυλλοβόλου λόγου,
μια πολιτεία πασχαλίτσες.
Ο ποιητής είναι   συλλογή μοναξιάς λέξεων,
παραλήρημα κορυφαίας σιωπής στην άκρη του μεταξένιου της ονείρου –
νεοσύστατες λέξεις διψώντας
την υπέρτατη γενίκευση της δυνατής κραυγής τους
(συνεχίζεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σε e-blogάκια)
Λαιστρυγόνες Κύκλωπες που κουβανώ on line στο P.C μου

 (Στίχοι Εικονολάτρες Εικόνες Λεξιθήρες
από τη συλλογή Δούρειος Ίππος Επιούσιας Ομοιοκαταληξίας του Τάσου Κάρτα)

για την αντιγραφή κ ART ά SOS  (κάθε νύχτα αποστηθίζω τα δύσκολα γράμματα της μοναξιάς ώσπου σιγά-σιγά με παίρνει ο ύπνος)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου